Κατηγορίες εισοδήματος και φορολογία στην ΕλλάδαΣτην Ελλάδα, ο Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος (ΚΦΕ) προβλέπει διαφορετικές κατηγορίες εισοδήματος, καθεμία από τις οποίες φορολογείται με συγκεκριμένο τρόπο και συντελεστές. Οι βασικές κατηγορίες που υπάγονται σε φορολόγηση είναι τα εισοδήματα από εργασία και συντάξεις, τα κέρδη από επιχειρηματική δραστηριότητα, τα έσοδα από κεφάλαιο και οι υπεραξίες από μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων. Η μισθωτή εργασία και οι συντάξεις αποτελούν την πρώτη και συχνότερη πηγή εισοδήματος. Τα ποσά αυτά φορολογούνται με προοδευτική κλίμακα, όπου ο συντελεστής αυξάνεται ανάλογα με το ύψος του ετήσιου εισοδήματος. Συγκεκριμένα, για τα πρώτα 10.000 ευρώ ισχύει φορολογικός συντελεστής 9%. Για εισόδημα από 10.001 έως 20.000 ευρώ, ο φόρος ανέρχεται σε 22%, για το επόμενο τμήμα 20.001 έως 30.000 ευρώ σε 28%, από 30.001 έως 40.000 ευρώ σε 36%, ενώ για κάθε ποσό άνω των 40.000 ευρώ εφαρμόζεται συντελεστής 44%. Ιδιαίτερη πρόβλεψη υπάρχει για τα άτομα με αναπηρία σε ποσοστό τουλάχιστον 80%, των οποίων οι αποδοχές, οι συντάξεις και η σταθερή αντιμισθία απαλλάσσονται πλήρως από τον φόρο. Παράλληλα, το άρθρο 14 του ΚΦΕ περιλαμβάνει και άλλες ειδικές εξαιρέσεις για μισθούς και συντάξεις, ανάλογα με την περίπτωση. Ο φόρος που προκύπτει για τα εισοδήματα από εργασία ή σύνταξη μειώνεται κατά 777 ευρώ για τους φορολογουμένους χωρίς εξαρτώμενα τέκνα. Για όσους έχουν παιδιά, η μείωση αυξάνεται ανάλογα με τον αριθμό των τέκνων, ενώ η έκπτωση αυτή μειώνεται σταδιακά για εισοδήματα που υπερβαίνουν τις 12.000 ευρώ, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 16 του ΚΦΕ. Τα κέρδη που προέρχονται από επιχειρηματική δραστηριότητα προστίθενται στα εισοδήματα από μισθούς και συντάξεις και φορολογούνται με την ίδια κλίμακα. Έτσι, ο επαγγελματίας αντιμετωπίζεται φορολογικά με τα ίδια ποσοστά που ισχύουν για τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους, εφόσον το συνολικό του εισόδημα υπολογίζεται ενιαία. Μια άλλη βασική κατηγορία είναι το εισόδημα από κεφάλαιο, δηλαδή έσοδα που προέρχονται από μερίσματα, τόκους, δικαιώματα ή από ακίνητη περιουσία. Οι συντελεστές διαφέρουν ανάλογα με την πηγή του εισοδήματος: τα μερίσματα φορολογούνται με 5%, οι τόκοι με 15% και τα δικαιώματα πνευματικής ή βιομηχανικής ιδιοκτησίας με 20%. Για τα εισοδήματα από ακίνητα εφαρμόζεται ξεχωριστή κλίμακα: 15% για ετήσιο εισόδημα έως 12.000 ευρώ, 35% για το τμήμα από 12.001 έως 35.000 ευρώ και 45% για κάθε ποσό πάνω από αυτό το όριο. Επιπλέον, υπάρχει και η κατηγορία εισοδημάτων που προκύπτουν από υπεραξία μεταβίβασης κεφαλαίου, δηλαδή από πώληση μετοχών, εταιρικών μεριδίων, ομολόγων, παραγώγων ή άλλων χρηματοοικονομικών προϊόντων. Αυτά φορολογούνται με σταθερό συντελεστή 15%. Ωστόσο, η επιβολή φόρου στις υπεραξίες που προκύπτουν από τη μεταβίβαση ακινήτων έχει ανασταλεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026, σύμφωνα με το άρθρο 72 του ΚΦΕ. Εκτός από τη φορολόγηση βάσει πραγματικών εισοδημάτων, ο νόμος προβλέπει και έναν μηχανισμό εναλλακτικής ελάχιστης φορολογίας, όταν το τεκμαρτό εισόδημα υπερβαίνει το δηλωθέν. Το τεκμαρτό εισόδημα προσδιορίζεται με βάση τις αντικειμενικές δαπάνες διαβίωσης, όπως κατοικία, αυτοκίνητο ή σκάφος, καθώς και τις δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων του φορολογούμενου και των εξαρτώμενων μελών του. Αν το τεκμαρτό ποσό είναι υψηλότερο από το πραγματικό εισόδημα, τότε αυτό λαμβάνεται ως βάση υπολογισμού του φόρου, σύμφωνα με τα άρθρα 30 έως 34 του ΚΦΕ. Για τους αυτοαπασχολούμενους και όσους ασκούν ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα, εφαρμόζεται ειδικός κανόνας. Το ελάχιστο ετήσιο εισόδημα από την άσκηση της επαγγελματικής τους δραστηριότητας θεωρείται ότι δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το ποσό που ορίζεται στα άρθρα 28Α έως 28Δ του ΚΦΕ. Με αυτόν τον τρόπο, διασφαλίζεται ότι η φορολόγηση γίνεται βάσει ενός κατώτατου εισοδήματος, ακόμη και όταν τα δηλωθέντα κέρδη είναι χαμηλότερα. Πίσω |
|

















